αγχώνομαι


αγχώνομαι
αγχώνομαι, αγχώθηκα, αγχωμένος βλ. πίν. 4
——————
Σημειώσεις:
αγχώνομαι : με την ίδια σημασία απαντάται, σπάνια, και ο τύπος άγχομαι (βλ. πίν. 32 , μόνο στον ενεστ.).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.